Wednesday, September 30, 2009

U-Turn to England

aha, ok, will talk again
come when you fancy (see if I care)
goodbye now, I'm off to bed
see you all later (hopefully dead)
"oh yes, hello, how do you do!"
(london smells a bit like poo)

they get our jobs, it is not fair
of course we miss ol' Tony Blair
damned they be, coloured, wretched sloths
"England prevails!"
- King's godly oaths

eccentric lads firing guns
the ones with
I have to live
obliged to tear apart my kin
serving her majesty the queen
I linger forth and back in shame
I hate myself and noone knows
waiting something I cannot aim
hoping my killer says two words

manchurians, gingers, essex girls
take out the pot, add savoury herbs
boil with water, toss in a laugh
"what are you cooking?"
"drugs for the staff!"

hello Joshua
I have bad news
your daddy died
a safety fuse
defective was it
blew him apart
o please don't cry
your daddy's coffin
is pure cedar.
go tell your mother she'll need a flag

english literature?
of course I've heard
me dear sir
I am a girl
who feasts on culture of people dead
what I know
is to repeat:
"Will' Shakespeare's rhyme was kinda neat"
you owe a kiss
for that repeat

oh I have talent
and I am old
give me my fame
admit I'm bold
o now you hate me?
well, f*** you back!
I should have known
it'll end like that

what to eat
what to eat
some say salad
some say meat
I won't bother
calling you food
my rotten carcass tastes far more good

butter cookies in a jar
tesco's newly found brand
"I would love a bite of that!"
help yourself, I accept a card
"what are you?"
I am me
"where's the clerks, where's the lines?"
I'm your devil in disguise.

"dearly beloved..."
oh
I am alone
again, a priest without a flock
well, to be honest, it's not a shock
I blame Henry's arrogant cock

tabloids lusting royals' face
newsparer boobs on a parade
even The Times are a disgrace
what the fuck?
honestly

day is here?
I cannot see
sun's pale face
plays hide and seek
dull white sky
rude frozen sea
I torture you
they torture me.

girl nineteen walking around
head staring low
"I can see hell, deep down below"
white as a ghost
blackened within
vivid remembrance of august's skin

awakened by our awkward dream
not remembering a thing
your breast wet, my breath thin
"I'm your forlorn violin"

Saint Stephen's hill, go straight far south
until you reach Old Abbey's gate
through White Gardens to Meadow's Close
the place is here,
as it's been told
two shadows haunt this peaceful road
during the night, with any luck
you'll see them floating in the dark
some say they're chasing a star
I say they are this city's scar
whatever curse they have on them
they both are myths in Sorrow's End.

one a.m.
lots of job
night is young, the word-count long
two a.m
I have time
just relax and get online
three a.m.
no more slack
bring on that material pack
four a.m.
losing time
thinking how to avoid deadline
five a.m.
morning dew
time for me to hit the loo
six a.m.
someone flushed
I first loved you when you blushed

trivial matters not tonight
"but please, I need your most sincere insight!"
don't even dare to share your thoughts
my mind is done for
I had enough
my mental threads are torn apart
your mouth stinks of cheap despair
I won't become misery's heir
go give the crown to someone else
this country's full of Lords and Sirs
I am mad
and modern
therefore, alas, I'll start pretending just being sad

who made that noise
was it you?
"you are alone, I'm the wall"
o joy o joy o joy o joy!
do you understand what that means boy?
"I'm just a wall, I can't respond"
you've got no soul thus you are dead!
and what is dead I cannot kill
hence, my imaginary friend
my thirst for blood will stay still!

this castle reminds me of something
something obscure, maybe a sin
I don't recall
maybe I'm wrong
no
most probably a sin
I smell regret hidden within

that's not a poem
it is a farce
laugh for it's only
a game of verse
except for nine certain lines
which when lonely are telling lies
look them around, they may appear
put them together, the poem is near
mistake just one, you'll get a spoof
get them all right to reach the truth.

Thursday, September 17, 2009

Ραντεβού τον Σεπτέμβρη

Στις 25(*30)

p.s.
Ένα teaser για τον Bukowski, Άνω Τούμπα για να δει πως το facebook έχει και τα τυχερά του.





Wednesday, July 8, 2009

Στροφή στην ωμότητα

Ένα ποιήμα για τον υπάνθρωπο

Στόμωσε η μιλιά, για σένα τα λόγια περιττά
ρουφάς επιδεικτικά ό,τι σου προσφέρω
κακομούτσουνα μορφάζεις
σταυρωτά μέχρι να βγει η υποχρέωση φιλάς
πλάτη γυρνάς στον ευεργέτη περιφρονητικά
αναίσθητο γομάρι, χυδαίες λέξεις μου πετάς ψάχνοντας σημεία μου τρωτά
βρώμικα ένστικτα
τρέλα, μίσος, βία στη βία σου ζητάς
η ύπαρξη σου, σταυρός δικός μου
γλοιώδες παράσιτο, ζωή δική σου στο στήθος άλλων ξεκινάς
θέλω να σε λιώσω σαν μύγα που γλείφει κόπρανα
μαζί με την υποκρισία μου
πριν μπροστά στο νεκρό σου είδωλο στήσω καθρέπτη
να βιώσεις την αηδία σου
να παγώσει το χαμόγελό σου
να πνιγείς στον επιθανάτιο πανικό σου
σώμα σκισμένο που στις πληγές του αλάτι θα πετάξουμε
ψοφίμι που χαρούμενα θα θάψουμε
υπάνθρωποι υπάνθρωπο δε πρόκειται να κλάψουμε
γλίτσα μόνο θα μείνει απ'του κορμιού σου τις πτυχές
στα χέρια μας που πρόθυμα την τρύπα σου θα σκάψουνε
ματωμένο ρούχο η σημαία σου στο φέρετρο
χώμα στα μάτια σου
σκουληκιασμένες στις κόγχες σου ορδές
νεκρών κυττάρων σου πομπές
σαπισμένη κάτω από τα πόδια μας μορφή
δε δικαιώνεσαι
ούτε απ'τον πιο μεγαλόψυχο κριτή

ό,τι λιγότερο από άνθρωπο
ψιθυριστά το λέμε υπάνθρωπο.
να τη φωνάξει βλέπεις δε μπορεί
ο ένοχος την του εαυτού του ενοχή.

Sunday, June 21, 2009

Στροφή στη θνητότητα

Ένα ποιήμα για τον απάνθρωπο

χτυπώ την πόρτα σου γυμνός
κυνηγημένος, ξοπίσω μου αμαρτιών στρατός
ανοίγεις, με κοιτάς
Τι θέλεις ξένε, τι ζητάς;
αγρίμι που δεν αξίζει μνήμη είμαι άνθρωπε,
βάλε με μέσα γρήγορα, η βοή με καταπίνει
Τι της έκανες και σα θηλειά σε πνίγει;
εγώ τη γέννησα, την έθρεψα και τώρα σειρά της να με κρίνει
Και ποιος εγώ την κρίση να ακυρώσω
Βάζοντάς σε γυμνό, λερό
Σε σπίτι που εγώ δειλιάζω να λερώσω.
έλεος ζητώ, το ταιριαστό στην ανθρώπινη τη φύση
Εγώ αλλιώς την όρισα τη φύση μου, εδώ και χρόνια
Και με τον δικό σου ορισμό ξέκοψα,
Καλά δεν πάω
Τις καιροσκοπικές σου ικεσίες, με χλεύη τις μετράω.
σκληρός, απάνθρωπος είσαι άνθρωπε
Ονόμασέ με όπως θες
Και στη δική μου τη ζωή κανόνες ίδιους έχω
Και αν για μένα έλθει η βοή, μετά χαράς στη δίνη της θα πέσω
Γιατί να ξεφύγω, το ξέρω, δε μπορώ,
Από τον ίδιο μου τον εαυτό.
θα με αφήσεις, έρημο, εδώ, σύντομα κουφάρι άψυχο
με τις κραυγές μου τις θύρες σου να διακοσμώ
Καταλαβαίνω, για σένα μάλλον λυπηρό,
Ειλικρινά δε χαίρομαι, μονάχα αδιαφορώ
Να με πιστέψεις θέλω, έχω τους λόγους μου
Λόγους καλούς
Που κλείνω την πόρτα μου στο κλάμα σου δίχως θνητών ανθρώπων ενδοιασμούς.

άσπλαχνος ήταν αυτός ο άνθρωπος
σαν τέρας που δεν του δόθηκε ψυχή,
μα μόνο ανθρώπινη μορφή

άσπλαχνος
σαν την εξιδανικευμένη δικαιοσύνη των ολίγων,
στην απελπισία μου αρνήθηκε να δώσει ελπίδα
το έλεός μου χάραξε με αμείλικτη λεπίδα

στα λάθη μου μονάχος μένει τώρα να πνιγώ
χωρίς ψυχή, την πάτησα, τη μέθυσα, την ξέσκισα, τη διέλυσα
την έχασα
ίσως το τέρας είμαι εγώ

στο τίποτα θα πάω
τραγουδώντας αυτούς τους σμιλεμένους στίχους
στου τσιμεντένιου του παράδεισου τους τοίχους

Το έλεος ανευθυνότητας πομπός
Το έλεος αδικίας προπομπός
Το έλεος του νόμου ο φονιάς
το έλεος της δικαιοσύνης ο πιο θανάσιμος εχθρός

Το έλεος, σωτήρας μας πλαστός.

Απάνθρωπος, ο μόνος Άνθρωπος

Saturday, May 30, 2009

Στροφή στη λιτότητα

Ένα ποιήμα για τον αχυράνθρωπο

Ηρωϊκά, ορμάς μπροστά
μαριονέτα με καρδιά
εντεταλμένος άχαρος θεούλης
με αόρατες πλάτες
και ξύλινη μιλιά

Τι κι αν σε χτυπούνε αλύπητα
το μίσος τους την πανοπλία σου δε διαπερνά
ανέγγιχτα αφεντικά
εσύ γελάς ειρωνικά
στο πρόγραμμα ο σαρκασμός
στο πρόγραμμα η δωρεάν μαγκιά

Το νου σου αχυράνθρωπε, τα άχυρα χάνονται γοργά!
τα παίρνει ο αέρας, τα απιθώνει στα κλαδιά
στα μέρη που φωλιάζουνε
τα εχθρικά πουλιά
κοράκια, κίσσες, μέαινες
σούσουρο γερό, όλοι μαθαίνουν πως είσαι σκιάχτρο
σάβανο εκφοβισμού πλαστό
στα μέλη σου πέφτουν με ορμή
σε ξεκοιλιάζουν, τα σωθικά σου η πιο γλυκιά αμοιβή
και οι οργανοπαίχτες σου κρυφοί


Ένα τραγούδι για τον πιθηκάνθρωπο

*καπνοί*

Ούγκα Ούγκα Ούγκα
Ούγκα Ούγκα Ούγκα
Έρχεται απ'τη ζούγκλα
Ούγκα Ούγκα Ούγκα

*προβολέας*

Ποιος είμαι, ποιός είμαι;
Eίμαι τριχωτός, είμαι δυνατός
είμαι κυρίαρχος
είμαι αφέντης κι αρχηγός
Ποιος είμαι
Το στήθος μου χτυπάω
Δέντρα πηδάω
Τις μπανάνες αγαπάω
Ποιος είμαι, ποιος είμαι
Είμαι αυτός που στους θρύλους
ονομάζεται
ΠΙΘΗΚΑΝΘΡΩΠΟΣ

*μπόνγκος*

Ουλα-λε-λε
Ουλα-λε-λε
Ουλα-λε-λε

*μπόνγκος*

Είμαι ο πιθηκάνθρωπος
Μισός πίθηκος, μισός άνθρωπος
Εγώ είμαι ο πιθηκάνθωπος
Ούτε πίθηκος, ούτε άνθρωπος
Ο βασιλιάς της ζούγκλας
Ο πιθηκάνθρωπος
Ο απόκληρος της ζούγκλας
Ο πιθηκάνθρωπος

Οι μύες μου και το μυαλό μου
είναι το αφεντικό μου
Οι μύες μου και το μυαλό μου
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΤΟΥΣ

Κροκόδειλοι του Νείλου
τρέμουνε τη φωνή μου
Ελέφαντες και τίγρεις
τα δουλικά της λίμνης
Ρινόκεροι, γορίλλες
σκορπίζουν σαν τις μύγες
όσο για τα λιοντάρια
τους έχω κάνει μάγια

*Μασάι*
μάγιααα, μάγιαααα
στα λιοντάρια έχει κάνει
μάγια, μάγιααα
*Μασάι*

Εγώ είμαι!
Ο ΠΙΘΗΚΑΝΡΩΠΟΣ
Ο βασιλιάς της ζούγκλας
Ο πιθηκάνθρωπος
Ο απόκληρος της ζούγκλας
Ο ΠΙΘΗΚΑΝΘΡΩΠΟΣ

Η μάνα γη με γέννησε
Και μια μαϊμού με έθρεψε

*παίρνει μικρόφωνο από stand και πλησιάζει το κοινό*

όμως το ξέρω
ναι
ναι, το ξέρω
δεν ανήκω εδώ
Είμαι απόκληρος
δεν ανήκω πουθενά
είμαι διττός
Παντού για πάντα δυστυχώς
για πάντα θα είμαι...
δανεικός
ΟΟΟ οοο ΟΟΟΟΟΟΟ
ΔΑΑΑΑΑ
ΝΕΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ
ΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣ

*standing ovation*

*σβήσιμο προβολέα*

Sunday, May 24, 2009

Στροφή στην Ποιότητα

Ένα ποιήμα για τον φιλάνθρωπο

Σε διόρισαν να βοηθάς αλήτες
δεν ήθελες
αλλά το ήθελαν αυτοί
αν δεν το'κανες εσύ
θα έπαιρνε άλλος τη δόξα.
Δε με νοιάζεις, χαίρομαι που με βοηθάς.

είσαι ευγενής
δόξα, δόξα, δόξα σοι
Φέρε μας φαγί
και λεφτά.

Στη Γη σπανίζουν
άνθρωποι σαν και σένα,
να το ξέρεις
τέτοια σ'αρέσει ν'ακούς,
κουφάλα

μυρίζω άσχημα όταν φεύγεις, δε με πλένεις
δε με πλένεις
μισές δουλειές κάνεις, φιλάνθρωπε

Αν μου περίσσευαν τα πλούτη
δε θα σου έδινα, ούτε βλέμμα
δε σε μισώ, δε σ'αγαπώ, σε χρειάζομαι.


Ένα ποιήμα για τον μισάνθρωπο


Όταν όλοι είναι σιωπηλοί και μίζεροι
Όταν τα σύννεφα κρύβουνε τους ήλιους τους
τότε ακούω την ευτυχία
που ξεγλιστρά απ'τα λαγόνια τους
και σε μένα σέρνεται
για παρηγοριά.
Πρόθυμα την κρατάω
ώσπου να επανέλθουν γύρω τα χαμόγελα
και τους την ξεράσω πίσω.


Ένα τραγούδι για τον χιονάνθρωπο

Έχεις για μύτη ένα καρότο
Ένα κουμπί για αφαλό
Έχεις τρεις μπάλες στο κορμί σου
Δύο ματάκια από φελλό

*σόλο κιθάρα*

Μου θυμίζεις μου θυμίζεις μου θυμίζεις
εμέεενα
εμέεενα
εμέεενα
Χιονάνθρωπε, δε μοιάζεις με κανέναν
Γιατί σε εφτιαξά εγώωωω
Με χώμα από τον ουρανόοο
Παραπροϊόν μοναδικόοο

*φωνητικά*Άνθρωπε, Άνθρωπε*φωνητικά*

Χιονάνθρωπε!

*φωνητικά*Άνθρωπε, Άνθρωπε*φωνητικά*

*σάλτος*

ΧιονάνθρωπέεεεεεΕΕΕΕεεεεΕΕΕΕεεεεΕΕΕΕ

Μου θυμίζεις εμέεεεενα
Γιατί σε γέννησα γυμνόοοο
Γιατί είσαι ον προσωρινόοο
Το ίδιο πρόσωπο χλωμό
Πένθιμο βλέμμα στο κενό
Μόνο ένα χαμόγελο φτιαχτό
Μου θυμίζεις εμένα
γιατί χιονάνθρωπε
μαζί μου λιώνεις
μαζί μου λιώνεις
κάθε μέρα

Tuesday, May 12, 2009

Tρεις χαμένες ψυχές. 44 Βράδια μετά.

Πέμπτος. Νύχτα που αδιαφορεί. Τα σύννεφα δεν έχουν να κρύψουν τίποτα. Ο αέρας χτυπιέται με τα νεκρά παραθυρόφυλλα. Βλέμμα ήρεμης απελπισίας. Χέρια που χαϊδεύουν κουπαστή. Mαλλιά φρεσκολουσμένα, σύντομα ματωμένα.

Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως μαζί μου θα πεθάνουν και οι αναμνήσεις μου.

Sunday, March 29, 2009

Tρεις χαμένες ψυχές. Βραδιά δεύτερη.

Κοίταξε το ρολόι του γραφείου. Σε μισή ώρα σχόλαγε, αλλά βιαζόταν. Εδώ και τρεις μήνες κάθε απόγευμα βιαζόταν. Δεν είχε νόημα να πάρει τηλέφωνο, δε θα το σήκωνε, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βιάζεται. Σηκώθηκε, παράχωσε τα κλειδιά στο σακάκι του και έφυγε. Δε χρειαζόταν να δώσει ιδιαίτερο λογαριασμό σε κανέναν, ήταν ουσιαστικά προϊστάμενος των προϊσταμένων λόγω των ικανοτήτων του και οι συνάδελφοι τον συμπαθούσαν υπερβολικά για να παραπονεθούν.
Οδηγούσε νευρικά όπως κάθε φορά που επέστρεφε σπίτι. Πώς θα την έβρισκε. Πού θα την έβρισκε. Δεν ήταν αρκετά άρρωστη για να μπει σε κάποιο ίδρυμα, ούτε αρκετά υγιής για να μπορεί να νιώθει ασφαλής όταν την άφηνε μόνη. Σταμάτησε να πάρει λουλούδια, μερικές φορές την έκαναν να χαμογελά. Κατά καιρούς έπαιρνε γυναίκες για να την προσέχουν. "Δεν φτουράνε", σημείωνε αυτή, όταν τις έβλεπε να φεύγουν και να μην ξανάρχονται. Σε αυτό τουλάχιστον συμφωνούσαν.
Οι μισές έφευγαν επειδή τις απειλούσε με ποικιλία από κουτάλες και οι άλλες μισές επειδή τις ανάγκαζε να χορεύουν μαζί της. Για να την προσέχει η μάνα της ούτε λόγος, αυτή ήταν ανέκαθεν τρελή και πλούσια, άρα εκκεντρική, δεν είχε όρεξη να συγχρωτίζεται με αυθεντικούς ψυχασθενείς. Μόνο κάθε δεύτερη Κυριακή ερχόταν, ένα δίωρο, σαν να χτυπούσε κάρτα, η καημένη δεν ήταν σε θέση να κρύψει το πόσο σιχαινόταν να βρίσκεται εκεί μαζί τους, ούτε κι αυτός το πόσο σιχαινόταν τον οίκτο της και την αποφορά της καθώς κοιτούσε τα απλανή μάτια της κόρης της. Παρ'όλα αυτά χαιρόταν να τη βλέπει να έρχεται, σχεδόν ανυπομονούσε γιατί η στιγμή που έφευγε ήταν από τα λίγα πράγματα που τον τράταραν ακόμη ευτυχία, γεμίζοντάς τον ελπίδα, πως μπορεί κάποια μέρα να την ξανανιώσει για περισσότερο από μια στιγμή, για περισσότερο από μια χαιρετούρα της αη-στα-τσακίδια-κωλόγρια κατηγορίας. Σταμάτησε να ψωνίσει τα απολύτως απαραίτητα. Δεν έπαιρνε πλέον μαζεμένα τρόφιμα γιατί αυτή αρκετές φορές τα έβγαζε και τα μοίραζε στους περαστικούς φορώντας κουκούλα. Οι γριές την αποκαλούσαν Ρομπέν των δασών και οι πιτσιρικάδες την έπαιρναν από πίσω φωνάζοντας αντιεξουσιαστικά συνθήματα. Αν τους έδινε σοκολάτες παραληρούσαν. Αυτή, οπώς του έλεγαν, αγκάλιαζε ένα ένα τα παιδιά και χοροπηδούσε, μόνο χοροπηδούσε. Δεν ήταν σίγουρος αν αυτό τον διασκέδαζε ή τον σκότωνε.
Έφτασε, πάρκαρε στην πυλωτή και ανέβηκε τα σκαλάκια τρέχοντας. Χτύπησε το κουδούνι με τον αγκώνα. Του απάντησε από μέσα, αυτός αποκρίθηκε. Ποδοβολητό και σιωπή. Περίμενε. Την είδε να ανεβαίνει από το ίδιο σημείο που μόλις είχε έρθει εκείνος. Τον κοιτούσε με το γνωστό, απολογητικό της βλέμμα, αυτός νευρίασε, αλλά δεν το έδειξε, της μίλησε τρυφερά. Άνοιξε και μπήκαν μέσα. Για να πηδάει πάλι από τα μπαλκόνια δεν έχει πάρει τα φάρμακά της. Τσέκαρε το κόκκινο κουτί, έτσι ήταν, την πήγε στην κουζίνα, την έβαλε να το πιει με το ζόρι.
Την πήρε και πήγαν μέσα. Βολεύτηκαν στον καναπέ αγκαλιά. Γαλήνεψε και αποκοιμήθηκε στο στήθος του.
Τα όνειρα ήρθαν πάλι να της κρατήσουν συντροφιά, τι ωραία που ήταν τα όνειρά της. Έβλεπε τον εαυτό της να αιωρείται στο σπίτι με ένα κατάλευκο, μεταξωτό φόρεμα, κι αυτός ήταν εκεί χαρούμενος, δεν της φώναζε, ούτε ήταν λυπημένος, ούτε την έβαζε να καταπίνει πικρές καραμελίτσες. Απλά αιωρούταν και η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη και αυτός γελούσε και κάνοντας ένα σάλτο αιωρούταν κι αυτός και κολυμπούσε στον αέρα για να έλθει δίπλα της, της χάιδευε την κοιλιά και ήταν τόσο μα τόσο ευτυχισμένοι. Αλλά ενώ κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, δακρυσμένοι απο χαρά, ξαφνικά έπεφταν, έπεφταν και οι δυο και το λευκό της φόρεμα γέμιζε αίματα και άρχιζαν να κλαίνε, να κλαίνε μαζί από απόγνωση και να κοιτάνε ο ένας τον άλλον με μάτια μαύρα σαν την άβυσσο. Τα όνειρά της δεν ήταν τόσο ωραία τελικά, τα σιχαινόταν τα όνειρα της, ήθελε να ξυπνήσει. Πιέσε τον εαυτό της να ανοίξει τα μάτια της. Τον συνέλαβε να την κοιτάζει βουρκωμένος και σκεπτικός. Κάτι του ψιθύρισε και ξανάπεσε στον φαρμακωμένο της λήθαργο.

Ξημέρωσε. Αυτή κοιμόταν ακόμη. Την κοίταξε με τη συνήθη θλίψη και έναν ανεξήγητο θυμό. Σηκώθηκε προσεκτικά. Άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά εξαντλημένος, όχι σωματικά, αλλά ψυχικά. Πόση υπομονή είχε. Πόση υπομονή μπορούσε να κάνει. Άξιζε τόση αφοσίωση ένας άνθρωπος;
Έριχνε παγωμένο νερό στο προσωπό του και το ένιωθε καυτό. Είχε αρχίσει να λιώνει μήπως μαζί της; Τρεις μήνες πριν πίστευε πως ήταν ο πιο δυνατός από τους δυο, πως μπορούσε και έπρεπε να ανταπεξέλθει, να τη στηρίξει, θα γινόταν καλά, αυτό που μέτραγε ήταν πως την αγαπούσε, ήταν πεπεισμένος πως την αγαπούσε, θα τη βοηθούσε να γίνει καλά και θα ξαναπροσπαθούσαν, οι γιατροί τους είχαν δώσει ελπίδες πως υπάρχουν πιθανότητες να μείνει ξανά έγκυος. Απλά έπρεπε να συνέλθει.
Τώρα πια δεν ήταν σίγουρος. Ντύθηκε και έφυγε.
Όταν ήταν πιο νεός φανταζόταν καμιά φορά πως αν βρισκόταν σε μια τέτοια κατάσταση θα την αντιμετώπιζε με μεγάλη επιτυχία. Του άρεσε να οραματίζεται τον εαυτό του ως ανώτερο ανθρώπινο πλάσμα, ήρωα τραγωδίας, ικανό όμως να τη δαμάσει και να της εμφυσήσει ζωή, όχι να συνθλιβεί υπό το βάρος της. Οι φαντασιοπληξίες του όμως είχαν ορίζοντα τριημέρου. Τώρα καταλάβαινε πως οι τραγωδίες δεν είναι παιδιά που άλλος τα μεγαλώνει και άλλος τα χαίρεται, αλλά μεγγένες που σε αρπάζουν και σε πιέζουν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μέχρι να γίνεις χίλια κομμάτια.
Είχε επιλογή ή τελικά θα διαλυόταν κι αυτός;
Θα μπορούσε να πάρει διαζύγιο. Γιατί όχι; Eπειδή την αγαπούσε; Έβλεπε θολά, πέρασε με κόκκινο. Ανοησίες. Δεν την αγαπούσε, ήταν απλά η γυναίκα του. Αφού το ήξερε πως ποτέ δε θα μπορούσε να αγαπήσει κανέναν, πως είχε ξεγελαστεί έτσι; Αλλά διαζύγιο. Τι δειλό! H γυναίκα του χάνει τα λογικά της έπειτα από μια τραγική αποβολή και αυτός την παρατάει. Όχι, αυτό δε μπορούσε να το δεχτεί. Δε μπορούσε να επωμιστεί ένα τέτοιο προφίλ αναισθησίας. Αν κάτι του άρεσε στην όλη κατάσταση ήταν πως όλο το περιβάλλον του δεν παρέλειπε να τον συγχαίρει για το ήθος του και για τη γενναία στάση που κρατούσε. Αποτελούσε υπόδειγμα για τους συναδέλφους, παράδειγμα προς μίμηση για τους φίλους και αντικείμενο θαυμασμού για τις γυναίκες. Ακόμη και η πρόσφατη προαγωγή του πίστευε πως εν μέρει εντοπιζόταν στο συναίσθημα ευθύνης που έδειχνε απέναντι στη σύζυγό του. Πως να τα γκρέμιζε όλα αυτά με ένα ευθυνόφοβο διαζύγιο; Έχασε τη στροφή για το γραφείο. Έπρεπε να κάνει κύκλο. Όχι δεν μπορούσε να παραδεχτεί στον εαυτό του, ούτε στον περίγυρο, ειδικά στον περίγυρο, την αποτυχία του, παίρνοντας διαζύγιο.

Πάρκαρε.
Όταν ήταν πιο νέος σκεφτόταν κι άλλα πράγματα, ελαφρώς πιο περίεργα. Δεν το είχε πει πουθενά, αλλά καμιά φορά φανταζόταν πως θα ήταν να σκότωνε κάποιον χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.
Έφτιαχνε σενάρια με το μυαλό του, στα οποία δολοφονούσε με μαεστρία φίλους, γείτονες ή παντελώς αγνώστους, χωρίς να αφήνει κανένα ίχνος, εξασφαλίζοντας άλλοθι και απορώντας εν χορώ μαζί με τους υπόλοιπους για το που πάει αυτός κόσμος.
Έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε από το αμάξι.

Μεσημέρι. Ο Γ. τον κέρναγε τσιγάρο κάθε μέρα τέτοια ώρα για καλαμπούρι, επειδή όλοι ήξεραν πως ήταν μανιώδης αντικαπνιστής. Σήμερα το πήρε. Ο Γ. του το άναψε πανηγυρίζοντας, πολλοί ευθύμησαν, άλλοι παραξενεύτηκαν και ένας-δυο πιο σκοτεινοί ανησύχησαν.
Ρούφαγε και ξεφυσούσε σαν επαγγελματίας. Ήταν ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Όλοι νιώθουμε μια γλυκιά, σχεδόν παράνομη ευχαρίστηση όταν σκαρώνουμε κάτι για το οποίο οι γύρω μας δεν έχουν ιδέα. 'Οταν όλοι συνεχίζουν τις ζωές τους κανονικά, ενώ εμείς ξέρουμε κάτι που δεν ξέρουν. Και όσο πιο χονδρή η σκανδαλιά, τόσο πιο γλυκιά η ευχαρίστηση.

Τι γρήγορα που είχε περάσει η μέρα. Φρόντισε να τους χαιρετήσει όλους εύθυμα. Αστειεύτηκε με τις συμπάθειές του και κοπλιμεντάρισε τις ασχημούλες που από τη χαρά τους ξεχνούν να σε μηνύσουν για σεξουαλική παρενόχληση.
Οδηγούσε χαλαρά και ψύχραιμα. Δε βιαζόταν. Πήρε τα συνηθισμένα του λουλούδια και τα συνηθισμένα του ψώνια. Αφίχθη και βγαίνοντας από το αμάξι πήγε μέχρι το περίπτερο επιδεικνύοντας την ανθοδέσμη στις κουτσομπόλες της γειτονιάς. Η κυρία Μάγκι σημείωσε. Γύρισε και ανέβηκε τα σκαλοπατάκια. Είχε τα κλειδιά στο χέρι, αλλά χτύπησε το κουδούνι. Ποδοβολητό. Περίμενε. Την είδε να ανεβαίνει τις σκάλες και τη χαιρέτησε γλυκά. Άνοιξε και μπήκαν μέσα. Αυτή κάθησε στην τηλέοραση και άρχισε να κάνει τη χαζή, καταλαβαίνοντας πως ήταν ώρα για φάρμακο. Αυτός πήγε στην κρεβατοκάμαρα, πήρε τα χάπια, πήγε στην κουζίνα και τα σκόρπισε στο κλουβί του καναρινιού. Πέταξε τη συσκευασία λίγο παραπέρα, σε όχι πολύ εμφανές σημείο. Πήγε στο σαλόνι και την πλησίασε. Αυτή τον παρακολουθούσε μπερδεμένη. Κάθησε δίπλα της και είδαν τηλεόραση. Ήταν ασυνήθιστα ήσυχη. Όταν τελειώσαν οι ειδήσεις σηκώθηκε και άρχιζε να λέει ασυναρτησίες σαν από υποχρέωση. Αυτός δεν έδινε σημασία. Μόνο περίμενε να περάσει η ώρα. Αυτή σταμάτησε να μιλάει και έμεινε να τον κοιτάει. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, τα φώτα στο σπίτι ήταν σβηστά και η τηλεόραση στο αθόρυβο. Νεκρική σιγή.
Το βλέμμα της τον διαπερνούσε ψάχνοντας εξηγήσεις. Η ώρα περνούσε. Γονάτισε για να ψάξει καλύτερα. Η ώρα περνούσε. Τον μύριζε σαν άγριο ζώο, τον ψηλαφούσε σαν τυφλός, και ξαφνικά, σαν να ανακάλυψε αυτό που αναζητούσε μανιωδώς, κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του πανιασμένη. Η ώρα είχε περάσει. Της έπιασε τα μαλλιά και την πίεσε στα βελούδινα μαξιλάρια που είχαν διαλέξει μαζί. Ήταν πολύ δυνατότερός της. Κρατώντας την με το ενα χέρι, έβγαλε με το άλλο τη νάυλον κάλυμμα που έκρυβε κάτω από τη μπλούζα του και της το πέρασε στο κεφάλι. Της το έσφιγγε στο λαιμό μέχρι να σταματήσει να παλεύει. Δεν κράτησε πολύ. Ξεψύχησε στην αγκαλιά του.
Με άλλα σαν κι αυτό το νάυλον, που είχε γίνει σχεδόν ένα με το πρόσωπό της, ήταν γεμάτο το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου. Το ρετιρέ, που άνηκε στη μητέρα της, περίμενε το νέο ενοικιαστή, δεν έμεναν οι ίδιοι γιατί τα λεφτά του ενοικίου ήταν πολύ καλά. Ήταν άδειο. Τα κλειδιά τα είχε αυτός για να ανοίγει σε όσους έρχονταν να το δουν. Βγήκε στο διάδρομο μόνος του, πέντε όροφοι, τρία διαμερίσματα ανά όροφο, αρκετά άδεια. Κάλεσε το ασανσέρ και αφουγκράστηκε αν ο ήχος του προκάλεσε τον παραμικρό θόρυβο σε κάποιο από τα διαμερίσματα. Τίποτα. Την φόρτωσε στον ώμο του και χώθηκε στο ασανσέρ. Πέμπτος. Μες στο σκοτάδι του διαδρόμου η σκιά τους έμοιαζε με τον Κουασιμόδο, αυτός γυρτός και αυτή η καμπούρα του. Ξεκλείδωσε, μπήκε και την ακούμπησε στον τοίχο. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα σκυμμένος, ο φωτισμός από το δρόμο ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, τα φώτα στις απέναντι πολυκατοικίες ήταν σβηστά. Ανακάτεψε τα υπόλοιπα νάυλον σκεπάσματα που κάλυπταν τα έπιπλα του σπιτιού και αναποδογύρισε ό,τι βρισκόταν κοντά στην μπαλκονόπορτα. Την έσυρε και πέρασε την αρμαθιά με τα κλειδιά του στο χέρι της. Μένοντας σκυμμένος έσπρωξε το κορμί της στην κουπαστή μέχρι να γείρει και να πέσει μόνο του. Ο θόρυβος από την πτώση της ήταν ξεθωριασμένος, τον μπέρδευες κάλλιστα με γάτα που έφερνε βόλτες στους θάμνους. Μπουσούλησε πίσω στο διαμέρισμα. Άφησε τις πόρτες ανοιχτές. Κατέβηκε από τις σκάλες αφήνοντας το ασανσέρ στον πέμπτο, είχε μπλοκάρει τη δικιά του πόρτα με το χαλάκι, μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω του. Ανέπνευσε ανακουφισμένος. Ανακάτεψε το συρτάρι όπου έβαζε τα κλειδιά του. Έσβησε την τηλεόραση και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Τα παντζούρια ήταν κλειστά. Λίγα μέτρα πίσω τους, μέσα στους θάμνους, βρισκόταν το πτώμα της γυναίκας του. Τράβηξε τις κουρτίνες και έπεσε για ύπνο.

Thursday, March 19, 2009

Τρεις χαμένες ψυχές. Βραδιά πρώτη.

Τελειώνοντας τον σαιξπηρικό της μονόλογο σωριάστηκε στον καναπέ κλαίγοντας. Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε, αλλά ήξερε πως όταν τελείωνε θα είχε βγάλει την υποχρέωση για ένα τριήμερο. Τετραήμερο αν μετρούσε και την καθαρά Δευτέρα. Στον αντίλογο, πριν έναν μήνα ακριβώς, κάποιος την είχε πλησιάσει στο δρόμο και της είχε πει συνωμοτικά πως οι λαγάνες δεν είναι για να σκουπίζουμε τα δάκρυα μας. Τι μαλάκας.
Νώτισε τα μαξιλάρια με μύξες, σηκώθηκε, πήγε στο μπάνιο και ξέρασε με στυλ. Αναρωτήθηκε τι άλλο μπορούσε να κάνει για να τραγικοποιήσει την ύπαρξή της περαιτέρω. Πήρε ένα ξυραφάκι του και άρχισε να το τρίβει στις φλέβες της. Τίποτα, no wonder γιατί είναι πάντα αξύριστος. Πήγε στην κουζίνα και άρχισε να πλένει τα καθαρά πιάτα. Έσπασε ένα επίτηδες, αλλά προσποιήθηκε πως το έκανε κατα λάθος. Μάζεψε τα κομμάτια βρίζοντας το καναρίνι που δεν έσκαγε. Τσίου, τσίου, τσίου. Κάποτε κι αυτή ήτανε πουλί και δεν την αγαπούσε κανείς. Πλησίασε το καναρίνι και έφτυσε στο ράμφος του θρασύτατα. Το πτηνό αιφνιδιάστηκε, αλλά δεν είπε τίποτα για να μη ρίξει λάδι στη φωτιά. Αυτή άρχισε να κελαηδά. Τσίου, τσίου, τσίου. Βγήκε στο μπαλκόνι. Η κυρία Μάγκι τη χαιρέτησε από το κουτσομπολέ παραθυράκι της. Τσίου, τσίου, τσίου της απάντησε αυτή. Η γραία χαμογέλασε καλοσυνάτα και της πέταξε ένα μπισκοτάκι. Το έπιασε και το έκανε μια χαψιά. Έβγαλε τη γλώσσα ζητώντας κι άλλο. Η κυρία Μάγκι έγνεψε αρνητικά και έγινε ένα με τις σκιές πίσω της.
Μάζεψε τη γλώσσα της ψύχραιμα, μπήκε μέσα και έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Κανείς. Πού είχαν πάει όλοι; Έπιασε ένα μαξιλάρι και το μύρισε. Γνωστή μυρωδιά, ήταν στα ίχνη της. Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα περπατώντας ανάποδα για να τους μπερδέψει. Άνοιξε την τηλεόραση. Ένας άνδρας χτυπούσε μια γυναίκα. Την έκλεισε φοβισμένη και την αγκάλιασε. Ο ηλεκτρισμός ζέσταινε τον μακρύ της λαιμό, τα μαλλιά της έγλειφαν την οθόνη και το μόνο που θυμόταν ήταν φρουτοζελέ πασαλειμένο στην κοιλιά της και έναν ασπρουλιάρη να το ανακατεύει.
Δεν της άρεσε αυτή η θύμηση, της έκαιγε τα σωθικά. Σηκώθηκε και την έδιωξε χορεύοντας.
Χόρευε σαν ασχημόπαπο σε μια λίμνη γεμάτη κύκνους.
Σταμάτησε απότομα. Κάποιος χτυπούσε το κουδούνι. Πανικός! Ποιος είναι, ρώτησε. Εγώ είμαι αγάπη μου, είπε ο κωδονοκρούστης. Δεν του άνοιξε. Δε θα την έπιαναν ποτέ ζωντανή. Πήρε φόρα και πήδηξε από το μπαλκόνι.
Ήταν στον ημιόροφο, προσγειώθηκε στους θάμνους ως συνήθως.
Μπήκε από την κεντρική και ανέβηκε τα σκαλοπατάκια. Τον κοίταζε σαν παιδί που λάσπωσε τα καινούρια του σπορτέξ.
Πάλι αγάπη μου; Mην ανησυχείς, έχω κλειδιά, απλά τα χέρια μου ήταν γεμάτα. Της έδωσε να κρατάει δυο σακούλες Carrefour και μια ανθοδέσμη καθώς αυτός ψαχούλευε στο σακάκι του. Άνοιξε και μπήκαν μέσα. Ξεντύθηκε, ενώ αυτή φυλούσε τσίλιες. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου της και έβγαλε το κόκκινο κουτί. Μέτρησε. Γιατί δεν το πήρες, τη ρώτησε. Αυτή σφύριξε και άρχισε να μαρσάρει. Την τράβηξε στην κουζίνα, της γέμισε ένα ποτήρι νερό, της έβαλε το χάπι στο στόμα και της έσφιξε τη γροθιά της γύρω από το ποτήρι. Αυτή το ήπιε απρόθυμα.
Την πήρε και πήγαν μέσα. Βολεύτηκαν στον καναπέ αγκαλιά. Γαλήνεψε και αποκοιμήθηκε στο στήθος του. Αυτός έμεινε ξύπνιος για ώρα χαϊδεύοντας τα μαλλιά της ανήσυχος. Πώς είχε αλλάξει έτσι η ζωή τους; Αυτή άραγε καταλάβαινε ή μόνος του υπέφερε κάθε βραδιά; Της έριχνε βουρκωμένες ματιές. Στον ύπνο της ήταν όπως παλιά. Ξαφνικά ανατρίχιασε συνειδητοποιώντας πως κανείς δεν είχε πεθάνει σε αυτή την ιστορία. Αυτή άνοιξε τα μάτια της. "Μην προτρέχεις καλέ μου", ψιθύρισε και ξανακοιμήθηκε σαν πουλάκι.
Τσίου, τσίου, τσίου.

Tuesday, March 3, 2009

Μίασμα

Κάποτε σε ένα χωριό με διψήφιο αριθμό κατοίκων ζούσε ένα αγόρι. Το χωριό βρισκόταν πολύ ψηλά, αλλά πολύ χαμηλά για να θεωρηθεί κομμάτι του ουρανού. Κανείς δεν ερχόταν, κανείς δεν έφευγε. Δεν υπήρχε λόγος. Στο χωριό δεν υπήρχαν ομορφιές και στον έξω κόσμο δεν υπήρχε ουσία.
Το χωριό δεν είχε σχολείο, τα γράμματα ήταν αχρείαστα. Κανείς χωριανός δε ζήτησε ποτέ γιατρό, αν κάποιος αρρώσταινε βαριά πέθαινε και κάποιος άλλος γεννιόταν στη θέση του. Ο λόγος του Θεού δεν είχε φτάσει στα αυτιά τους, δεν είχαν ελπίδα για το μετά, ούτε φόβο για το τώρα, ούτε καμπάνες. Έμφυτη κοινωνικοποίηση δεν τους φύτεψε κανείς, δεν ήταν αναγκασμένοι να παρακαλέσουν για αγάπη, ούτε να σαχλαμαρίσουν σε καφενείο.
Μόνο ένα δέντρο είχε φυτρώσει στην πλατεία, χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Δεν ξέρω τι δέντρο. Δεν επρόκετο για ένα σημαντικό δέντρο. Δεν ήταν ούτε σύμβολο ζωής, ούτε πηγή χαράς, ούτε αυτοτελελές οικοσύστημα. Μοναχά σκιά έριχνε τα μεσημέρια.
Το αγόρι έτυχε να γεννηθεί την ίδια περίπου εποχή που φύτρωσε το δέντρο. Η μάνα του το τάιζε για να μεγαλώσει. Ο πατέρας του το έδερνε για να μάθει. Μεγάλωσε και έμαθε.
Η ζωή του ήταν λιτή, η πολυτέλεια περιττή και η αυτάρκεια επιλογή. Έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα.
Ένα βράδυ, νέο παιδί ακόμα και γερό, πέρασε δίπλα από το δέντρο. Δεν το κοίταξε καθόλου. Το δέντρο δεν παρεξηγηθήκε. Δεν μπορούσε να παρεξηγηθεί, δεν είχε μάτια για να δει, ούτε εγωϊσμό να προσβληθεί. Ήταν γενικά μετριοπαθές ως φυτό. Στις αμέτρητες συναντήσεις που ακουλούθησαν η αμφίδρομη αδιαφορία δεν πλήγωσε ποτέ κανέναν τους.
Τα χρόνια πέρασαν και όπως το δέντρο ψήλωσε και θέριεψε έτσι και το αγόρι έγινε αρσενικό κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα. Μαζί τους, μεγάλωσαν και οι σκιές που κουβαλούσαν από βλαστάρια.
Περνώντας ως άνδρας πια, μια συνηθισμένη ηλιόλουστη μέρα από τη γνωστή του πλατεία ο νεαρός είδε μια γυναίκα να πελεκάει το δέντρο. Της έγνεψε και αυτή τον χαιρέτησε με μια ευγενική ταλάντωση του τσεκουριού της. Τη ρώτησε γιατί έκοβε το μοναδικό δέντρο του χωριού. Του αποκρίθηκε πως το δέντρο έκρυβε τον ήλιο της. Την άφησε να ιδρώνει και συνέχισε το δρόμο του. Την άλλη μέρα την ξαναείδε στο ίδιο σημείο με το τσεκούρι καρφωμένο στο στήθος της. Ρώτησε το δέντρο γιατί το έκανε αυτό. Του αποκρίθηκε πως η γυναίκα έκρυβε τη σκιά του.
Το φονικό δεν άργησε να μαθευτεί. Ο άνδρας θεωρήθηκε υπεύθυνος, τον βρήκαν καταματωμένο πάνω από το πτώμα της γυναίκας να μουρμουράει στις φυλλωσιές. Δεν αρνήθηκε τίποτα. Το θέμα ήταν πως στο χωριό δεν ήξεραν από εγκλήματα. Πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχαν νόμους και σαν να μην έφτανε αυτό, όλοι τους ήταν υπερβολικά ψύχραιμοι για να τον τιμωρήσουν επιπόλαια και βάναυσα. Τον κοιτούσαν για ώρες, από όλες τις μεριές, πριν αποφασίσουν πως ούτε θέλουν, ούτε μπορούν να του κάνουν τίποτα. Τελικά τον άφησαν ελεύθερο και αυτός συνέχισε τη ζωή του, κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα.

Friday, February 27, 2009

Nilüfer

Ta Uzak Yollardan


Çok Uzaklarda