Κάποτε σε ένα χωριό με διψήφιο αριθμό κατοίκων ζούσε ένα αγόρι. Το χωριό βρισκόταν πολύ ψηλά, αλλά πολύ χαμηλά για να θεωρηθεί κομμάτι του ουρανού. Κανείς δεν ερχόταν, κανείς δεν έφευγε. Δεν υπήρχε λόγος. Στο χωριό δεν υπήρχαν ομορφιές και στον έξω κόσμο δεν υπήρχε ουσία.
Το χωριό δεν είχε σχολείο, τα γράμματα ήταν αχρείαστα. Κανείς χωριανός δε ζήτησε ποτέ γιατρό, αν κάποιος αρρώσταινε βαριά πέθαινε και κάποιος άλλος γεννιόταν στη θέση του. Ο λόγος του Θεού δεν είχε φτάσει στα αυτιά τους, δεν είχαν ελπίδα για το μετά, ούτε φόβο για το τώρα, ούτε καμπάνες. Έμφυτη κοινωνικοποίηση δεν τους φύτεψε κανείς, δεν ήταν αναγκασμένοι να παρακαλέσουν για αγάπη, ούτε να σαχλαμαρίσουν σε καφενείο.
Μόνο ένα δέντρο είχε φυτρώσει στην πλατεία, χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Δεν ξέρω τι δέντρο. Δεν επρόκετο για ένα σημαντικό δέντρο. Δεν ήταν ούτε σύμβολο ζωής, ούτε πηγή χαράς, ούτε αυτοτελελές οικοσύστημα. Μοναχά σκιά έριχνε τα μεσημέρια.
Το αγόρι έτυχε να γεννηθεί την ίδια περίπου εποχή που φύτρωσε το δέντρο. Η μάνα του το τάιζε για να μεγαλώσει. Ο πατέρας του το έδερνε για να μάθει. Μεγάλωσε και έμαθε.
Η ζωή του ήταν λιτή, η πολυτέλεια περιττή και η αυτάρκεια επιλογή. Έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα.
Ένα βράδυ, νέο παιδί ακόμα και γερό, πέρασε δίπλα από το δέντρο. Δεν το κοίταξε καθόλου. Το δέντρο δεν παρεξηγηθήκε. Δεν μπορούσε να παρεξηγηθεί, δεν είχε μάτια για να δει, ούτε εγωϊσμό να προσβληθεί. Ήταν γενικά μετριοπαθές ως φυτό. Στις αμέτρητες συναντήσεις που ακουλούθησαν η αμφίδρομη αδιαφορία δεν πλήγωσε ποτέ κανέναν τους.
Τα χρόνια πέρασαν και όπως το δέντρο ψήλωσε και θέριεψε έτσι και το αγόρι έγινε αρσενικό κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα. Μαζί τους, μεγάλωσαν και οι σκιές που κουβαλούσαν από βλαστάρια.
Περνώντας ως άνδρας πια, μια συνηθισμένη ηλιόλουστη μέρα από τη γνωστή του πλατεία ο νεαρός είδε μια γυναίκα να πελεκάει το δέντρο. Της έγνεψε και αυτή τον χαιρέτησε με μια ευγενική ταλάντωση του τσεκουριού της. Τη ρώτησε γιατί έκοβε το μοναδικό δέντρο του χωριού. Του αποκρίθηκε πως το δέντρο έκρυβε τον ήλιο της. Την άφησε να ιδρώνει και συνέχισε το δρόμο του. Την άλλη μέρα την ξαναείδε στο ίδιο σημείο με το τσεκούρι καρφωμένο στο στήθος της. Ρώτησε το δέντρο γιατί το έκανε αυτό. Του αποκρίθηκε πως η γυναίκα έκρυβε τη σκιά του.
Το φονικό δεν άργησε να μαθευτεί. Ο άνδρας θεωρήθηκε υπεύθυνος, τον βρήκαν καταματωμένο πάνω από το πτώμα της γυναίκας να μουρμουράει στις φυλλωσιές. Δεν αρνήθηκε τίποτα. Το θέμα ήταν πως στο χωριό δεν ήξεραν από εγκλήματα. Πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχαν νόμους και σαν να μην έφτανε αυτό, όλοι τους ήταν υπερβολικά ψύχραιμοι για να τον τιμωρήσουν επιπόλαια και βάναυσα. Τον κοιτούσαν για ώρες, από όλες τις μεριές, πριν αποφασίσουν πως ούτε θέλουν, ούτε μπορούν να του κάνουν τίποτα. Τελικά τον άφησαν ελεύθερο και αυτός συνέχισε τη ζωή του, κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα.
Subscribe to:
Post Comments (Atom)

14 comments:
ωραία "τροφή".ως ένας άλλος Δανός σκηνοθέτης με λίγο Shyamalan μέσα.
Αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα.
Σ αυτό το χωριό δεν ήξεραν ούτε τις παραγράφους.
σ'αυτό το χωριό ξέρουν κι άλλο είδος παραγραφοποίησης,εκτός του παραδοσιακού..
Είδες καλυμένε? Και να μην ειναι ο Παλαιοκώστας από αυτό το χωριό, να ησυχάσουν και στον Κορυδαλλό?
τι ξερεις να κανεις καλυτερα...?
Έχω αυτή τη φοβερή υποψία,πως αυτό το χωριό που περιγράφεις,δεν υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι σου.
Είναι πολύ φοβερή η υποψία μου...
και με οικολογικές ανησυχίες... ή μήπως όχι; τι εννοούσες ακριβώς; ωπ ωπ δεν έχω σήμα!
Μπεεεε, μουουου, όινκ όινκ, πουλπουλπουλ ή ήχος οποιουδήποτε άλλου ζωντανού θέλετε. Ή αλλιώς, όταν σε μια ομάδα δεν υπάρχει ομορφιά, χαρά, συναίσθημα, επικοινωνία ή κανενός είδους αισθητική, δεν υπάρχει και ανθρωπιά ή έστω αίσθηση της ανθρώπινης φύσης. Αφού λοιπόν η ζωή δεν ξυπνά κανένα ενδιαφέρον, δεν ξυπνά ούτε κι ο θάνατος. Στεκόμαστε αδιάφορα και απαθέστατα απέναντι και στα δύο, και κυρίως χωρίς να τα αξιολογούμε και να τα αντιλαμβανόμαστε, και άρα να τα διαχειριζόμαστε και να τα αντιμετωπίζουμε. Απλά ε ί ν α ι, σαν τον κεραυνό και τη βροντή. Η απόλυτα ζωώδης αντίδραση. Kill, fuck, die. Τα θεμελιώδη συστατικά της ανθρώπινης φύσης και νόησης ως εξωγενή στοιχεία, και ως εκ τούτου μη διαχειρίσημα σε πρωτογενές επίπεδο - ο άνθρωπος στην καλύτερη περίπτωση ως ένα ζώο - το θεμέλιο της συντηρητικής φιλοσοφίας και σκέψης, πέρα από τη διάκριση αριστεράς / δεξιάς, ή με άλλα λόγια ο άνθρωπος χωρίς το Διαφωτισμό. Έχω ένα σοβαρό πρόβλημα με την έννοια του "χωριού", καθώς σε οποιαδήποτε απομονωμένη και αναγκαστικά αυτάρκη κοινωνία οι σχέσεις εξάρτησης είναι τόσο μεγάλες που μια τέτοια κατάσταση απομόνωσης είναι αδιανόητη, αλλά Ι get the point.
Ένιγουέι, το πιθανότερο είναι να λέω αηδίες και ο Ιμραχίλ να σκεφτότανε βυζιά ή φις εν τσιπς την ώρα που έγραφε. Μπορεί επίσης να του τη βαρέσανε οι μειδιώσες απαθείς φάτσες της Ιγγλετέρας. Απλά, απέναντι στον κόπο του γραφιά το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να γράψω κάτι που θεωρώ ουσιαστικό - χωρίς απαραίτητα να είναι. Ιμραχίλ, σοβαρά, διάβασε οπωσκαιδήποτε το Straw Dogs: Thoughts on Humans and Other Animals του John Gray. Θα σου βάλω διαγώνισμα.
Και σε αφήνω να επιστρέψεις στα βυζιά και τα φις εν τσιπς σου.
Για να είμαι ειλικρινής σκεφτόμουν περίπου το 70% από όσα έγραψες συν ένα από τα δύο bonus αντικείμενα.
Το ήξερα πως κατά βάθος σου αρέσουν τα φις εν τσιπς, όσο κι αν παραπονιέσαι. Επίσης, κάπου έχασα ένα 30%, ποιό είναι αυτό και πού βρίσκεται?
Καλορίζικο και το νέο σπίτι, αν και ελπίζω εκτός από παράθυρα και πόρτα να έχει πατζούρια και λεκάνη. Μπανιέρα δε χρειάζεσαι, να βολευτείς στο νεροχύτη της κουζίνας.
Απ' όσο ξέρω τα εγγλέζικα σπίτια δεν έχουν παντζούρια.
...τουλάχιστον το 70% αυτών.
Έτσι είναι, τις τρεις μέρες per year που βγαίνει ήλιος απλά μένουμε στα φέρετρά μας.
Τίτε, έχει και μπανιέρα και λαστιχένιο παπάκι ελαφρώς ζουληγμένο. Δεν του φαίνεται καθόλου όμως, ειλικρινά, μέχρι να μου το πει η μεσίτρια νόμιζα ήταν καινούριο, του κουτιού.
Post a Comment