Sunday, March 29, 2009

Tρεις χαμένες ψυχές. Βραδιά δεύτερη.

Κοίταξε το ρολόι του γραφείου. Σε μισή ώρα σχόλαγε, αλλά βιαζόταν. Εδώ και τρεις μήνες κάθε απόγευμα βιαζόταν. Δεν είχε νόημα να πάρει τηλέφωνο, δε θα το σήκωνε, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βιάζεται. Σηκώθηκε, παράχωσε τα κλειδιά στο σακάκι του και έφυγε. Δε χρειαζόταν να δώσει ιδιαίτερο λογαριασμό σε κανέναν, ήταν ουσιαστικά προϊστάμενος των προϊσταμένων λόγω των ικανοτήτων του και οι συνάδελφοι τον συμπαθούσαν υπερβολικά για να παραπονεθούν.
Οδηγούσε νευρικά όπως κάθε φορά που επέστρεφε σπίτι. Πώς θα την έβρισκε. Πού θα την έβρισκε. Δεν ήταν αρκετά άρρωστη για να μπει σε κάποιο ίδρυμα, ούτε αρκετά υγιής για να μπορεί να νιώθει ασφαλής όταν την άφηνε μόνη. Σταμάτησε να πάρει λουλούδια, μερικές φορές την έκαναν να χαμογελά. Κατά καιρούς έπαιρνε γυναίκες για να την προσέχουν. "Δεν φτουράνε", σημείωνε αυτή, όταν τις έβλεπε να φεύγουν και να μην ξανάρχονται. Σε αυτό τουλάχιστον συμφωνούσαν.
Οι μισές έφευγαν επειδή τις απειλούσε με ποικιλία από κουτάλες και οι άλλες μισές επειδή τις ανάγκαζε να χορεύουν μαζί της. Για να την προσέχει η μάνα της ούτε λόγος, αυτή ήταν ανέκαθεν τρελή και πλούσια, άρα εκκεντρική, δεν είχε όρεξη να συγχρωτίζεται με αυθεντικούς ψυχασθενείς. Μόνο κάθε δεύτερη Κυριακή ερχόταν, ένα δίωρο, σαν να χτυπούσε κάρτα, η καημένη δεν ήταν σε θέση να κρύψει το πόσο σιχαινόταν να βρίσκεται εκεί μαζί τους, ούτε κι αυτός το πόσο σιχαινόταν τον οίκτο της και την αποφορά της καθώς κοιτούσε τα απλανή μάτια της κόρης της. Παρ'όλα αυτά χαιρόταν να τη βλέπει να έρχεται, σχεδόν ανυπομονούσε γιατί η στιγμή που έφευγε ήταν από τα λίγα πράγματα που τον τράταραν ακόμη ευτυχία, γεμίζοντάς τον ελπίδα, πως μπορεί κάποια μέρα να την ξανανιώσει για περισσότερο από μια στιγμή, για περισσότερο από μια χαιρετούρα της αη-στα-τσακίδια-κωλόγρια κατηγορίας. Σταμάτησε να ψωνίσει τα απολύτως απαραίτητα. Δεν έπαιρνε πλέον μαζεμένα τρόφιμα γιατί αυτή αρκετές φορές τα έβγαζε και τα μοίραζε στους περαστικούς φορώντας κουκούλα. Οι γριές την αποκαλούσαν Ρομπέν των δασών και οι πιτσιρικάδες την έπαιρναν από πίσω φωνάζοντας αντιεξουσιαστικά συνθήματα. Αν τους έδινε σοκολάτες παραληρούσαν. Αυτή, οπώς του έλεγαν, αγκάλιαζε ένα ένα τα παιδιά και χοροπηδούσε, μόνο χοροπηδούσε. Δεν ήταν σίγουρος αν αυτό τον διασκέδαζε ή τον σκότωνε.
Έφτασε, πάρκαρε στην πυλωτή και ανέβηκε τα σκαλάκια τρέχοντας. Χτύπησε το κουδούνι με τον αγκώνα. Του απάντησε από μέσα, αυτός αποκρίθηκε. Ποδοβολητό και σιωπή. Περίμενε. Την είδε να ανεβαίνει από το ίδιο σημείο που μόλις είχε έρθει εκείνος. Τον κοιτούσε με το γνωστό, απολογητικό της βλέμμα, αυτός νευρίασε, αλλά δεν το έδειξε, της μίλησε τρυφερά. Άνοιξε και μπήκαν μέσα. Για να πηδάει πάλι από τα μπαλκόνια δεν έχει πάρει τα φάρμακά της. Τσέκαρε το κόκκινο κουτί, έτσι ήταν, την πήγε στην κουζίνα, την έβαλε να το πιει με το ζόρι.
Την πήρε και πήγαν μέσα. Βολεύτηκαν στον καναπέ αγκαλιά. Γαλήνεψε και αποκοιμήθηκε στο στήθος του.
Τα όνειρα ήρθαν πάλι να της κρατήσουν συντροφιά, τι ωραία που ήταν τα όνειρά της. Έβλεπε τον εαυτό της να αιωρείται στο σπίτι με ένα κατάλευκο, μεταξωτό φόρεμα, κι αυτός ήταν εκεί χαρούμενος, δεν της φώναζε, ούτε ήταν λυπημένος, ούτε την έβαζε να καταπίνει πικρές καραμελίτσες. Απλά αιωρούταν και η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη και αυτός γελούσε και κάνοντας ένα σάλτο αιωρούταν κι αυτός και κολυμπούσε στον αέρα για να έλθει δίπλα της, της χάιδευε την κοιλιά και ήταν τόσο μα τόσο ευτυχισμένοι. Αλλά ενώ κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, δακρυσμένοι απο χαρά, ξαφνικά έπεφταν, έπεφταν και οι δυο και το λευκό της φόρεμα γέμιζε αίματα και άρχιζαν να κλαίνε, να κλαίνε μαζί από απόγνωση και να κοιτάνε ο ένας τον άλλον με μάτια μαύρα σαν την άβυσσο. Τα όνειρά της δεν ήταν τόσο ωραία τελικά, τα σιχαινόταν τα όνειρα της, ήθελε να ξυπνήσει. Πιέσε τον εαυτό της να ανοίξει τα μάτια της. Τον συνέλαβε να την κοιτάζει βουρκωμένος και σκεπτικός. Κάτι του ψιθύρισε και ξανάπεσε στον φαρμακωμένο της λήθαργο.

Ξημέρωσε. Αυτή κοιμόταν ακόμη. Την κοίταξε με τη συνήθη θλίψη και έναν ανεξήγητο θυμό. Σηκώθηκε προσεκτικά. Άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά εξαντλημένος, όχι σωματικά, αλλά ψυχικά. Πόση υπομονή είχε. Πόση υπομονή μπορούσε να κάνει. Άξιζε τόση αφοσίωση ένας άνθρωπος;
Έριχνε παγωμένο νερό στο προσωπό του και το ένιωθε καυτό. Είχε αρχίσει να λιώνει μήπως μαζί της; Τρεις μήνες πριν πίστευε πως ήταν ο πιο δυνατός από τους δυο, πως μπορούσε και έπρεπε να ανταπεξέλθει, να τη στηρίξει, θα γινόταν καλά, αυτό που μέτραγε ήταν πως την αγαπούσε, ήταν πεπεισμένος πως την αγαπούσε, θα τη βοηθούσε να γίνει καλά και θα ξαναπροσπαθούσαν, οι γιατροί τους είχαν δώσει ελπίδες πως υπάρχουν πιθανότητες να μείνει ξανά έγκυος. Απλά έπρεπε να συνέλθει.
Τώρα πια δεν ήταν σίγουρος. Ντύθηκε και έφυγε.
Όταν ήταν πιο νεός φανταζόταν καμιά φορά πως αν βρισκόταν σε μια τέτοια κατάσταση θα την αντιμετώπιζε με μεγάλη επιτυχία. Του άρεσε να οραματίζεται τον εαυτό του ως ανώτερο ανθρώπινο πλάσμα, ήρωα τραγωδίας, ικανό όμως να τη δαμάσει και να της εμφυσήσει ζωή, όχι να συνθλιβεί υπό το βάρος της. Οι φαντασιοπληξίες του όμως είχαν ορίζοντα τριημέρου. Τώρα καταλάβαινε πως οι τραγωδίες δεν είναι παιδιά που άλλος τα μεγαλώνει και άλλος τα χαίρεται, αλλά μεγγένες που σε αρπάζουν και σε πιέζουν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο μέχρι να γίνεις χίλια κομμάτια.
Είχε επιλογή ή τελικά θα διαλυόταν κι αυτός;
Θα μπορούσε να πάρει διαζύγιο. Γιατί όχι; Eπειδή την αγαπούσε; Έβλεπε θολά, πέρασε με κόκκινο. Ανοησίες. Δεν την αγαπούσε, ήταν απλά η γυναίκα του. Αφού το ήξερε πως ποτέ δε θα μπορούσε να αγαπήσει κανέναν, πως είχε ξεγελαστεί έτσι; Αλλά διαζύγιο. Τι δειλό! H γυναίκα του χάνει τα λογικά της έπειτα από μια τραγική αποβολή και αυτός την παρατάει. Όχι, αυτό δε μπορούσε να το δεχτεί. Δε μπορούσε να επωμιστεί ένα τέτοιο προφίλ αναισθησίας. Αν κάτι του άρεσε στην όλη κατάσταση ήταν πως όλο το περιβάλλον του δεν παρέλειπε να τον συγχαίρει για το ήθος του και για τη γενναία στάση που κρατούσε. Αποτελούσε υπόδειγμα για τους συναδέλφους, παράδειγμα προς μίμηση για τους φίλους και αντικείμενο θαυμασμού για τις γυναίκες. Ακόμη και η πρόσφατη προαγωγή του πίστευε πως εν μέρει εντοπιζόταν στο συναίσθημα ευθύνης που έδειχνε απέναντι στη σύζυγό του. Πως να τα γκρέμιζε όλα αυτά με ένα ευθυνόφοβο διαζύγιο; Έχασε τη στροφή για το γραφείο. Έπρεπε να κάνει κύκλο. Όχι δεν μπορούσε να παραδεχτεί στον εαυτό του, ούτε στον περίγυρο, ειδικά στον περίγυρο, την αποτυχία του, παίρνοντας διαζύγιο.

Πάρκαρε.
Όταν ήταν πιο νέος σκεφτόταν κι άλλα πράγματα, ελαφρώς πιο περίεργα. Δεν το είχε πει πουθενά, αλλά καμιά φορά φανταζόταν πως θα ήταν να σκότωνε κάποιον χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.
Έφτιαχνε σενάρια με το μυαλό του, στα οποία δολοφονούσε με μαεστρία φίλους, γείτονες ή παντελώς αγνώστους, χωρίς να αφήνει κανένα ίχνος, εξασφαλίζοντας άλλοθι και απορώντας εν χορώ μαζί με τους υπόλοιπους για το που πάει αυτός κόσμος.
Έσβησε τη μηχανή και κατέβηκε από το αμάξι.

Μεσημέρι. Ο Γ. τον κέρναγε τσιγάρο κάθε μέρα τέτοια ώρα για καλαμπούρι, επειδή όλοι ήξεραν πως ήταν μανιώδης αντικαπνιστής. Σήμερα το πήρε. Ο Γ. του το άναψε πανηγυρίζοντας, πολλοί ευθύμησαν, άλλοι παραξενεύτηκαν και ένας-δυο πιο σκοτεινοί ανησύχησαν.
Ρούφαγε και ξεφυσούσε σαν επαγγελματίας. Ήταν ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Όλοι νιώθουμε μια γλυκιά, σχεδόν παράνομη ευχαρίστηση όταν σκαρώνουμε κάτι για το οποίο οι γύρω μας δεν έχουν ιδέα. 'Οταν όλοι συνεχίζουν τις ζωές τους κανονικά, ενώ εμείς ξέρουμε κάτι που δεν ξέρουν. Και όσο πιο χονδρή η σκανδαλιά, τόσο πιο γλυκιά η ευχαρίστηση.

Τι γρήγορα που είχε περάσει η μέρα. Φρόντισε να τους χαιρετήσει όλους εύθυμα. Αστειεύτηκε με τις συμπάθειές του και κοπλιμεντάρισε τις ασχημούλες που από τη χαρά τους ξεχνούν να σε μηνύσουν για σεξουαλική παρενόχληση.
Οδηγούσε χαλαρά και ψύχραιμα. Δε βιαζόταν. Πήρε τα συνηθισμένα του λουλούδια και τα συνηθισμένα του ψώνια. Αφίχθη και βγαίνοντας από το αμάξι πήγε μέχρι το περίπτερο επιδεικνύοντας την ανθοδέσμη στις κουτσομπόλες της γειτονιάς. Η κυρία Μάγκι σημείωσε. Γύρισε και ανέβηκε τα σκαλοπατάκια. Είχε τα κλειδιά στο χέρι, αλλά χτύπησε το κουδούνι. Ποδοβολητό. Περίμενε. Την είδε να ανεβαίνει τις σκάλες και τη χαιρέτησε γλυκά. Άνοιξε και μπήκαν μέσα. Αυτή κάθησε στην τηλέοραση και άρχισε να κάνει τη χαζή, καταλαβαίνοντας πως ήταν ώρα για φάρμακο. Αυτός πήγε στην κρεβατοκάμαρα, πήρε τα χάπια, πήγε στην κουζίνα και τα σκόρπισε στο κλουβί του καναρινιού. Πέταξε τη συσκευασία λίγο παραπέρα, σε όχι πολύ εμφανές σημείο. Πήγε στο σαλόνι και την πλησίασε. Αυτή τον παρακολουθούσε μπερδεμένη. Κάθησε δίπλα της και είδαν τηλεόραση. Ήταν ασυνήθιστα ήσυχη. Όταν τελειώσαν οι ειδήσεις σηκώθηκε και άρχιζε να λέει ασυναρτησίες σαν από υποχρέωση. Αυτός δεν έδινε σημασία. Μόνο περίμενε να περάσει η ώρα. Αυτή σταμάτησε να μιλάει και έμεινε να τον κοιτάει. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά, τα φώτα στο σπίτι ήταν σβηστά και η τηλεόραση στο αθόρυβο. Νεκρική σιγή.
Το βλέμμα της τον διαπερνούσε ψάχνοντας εξηγήσεις. Η ώρα περνούσε. Γονάτισε για να ψάξει καλύτερα. Η ώρα περνούσε. Τον μύριζε σαν άγριο ζώο, τον ψηλαφούσε σαν τυφλός, και ξαφνικά, σαν να ανακάλυψε αυτό που αναζητούσε μανιωδώς, κάρφωσε το βλέμμα της πάνω του πανιασμένη. Η ώρα είχε περάσει. Της έπιασε τα μαλλιά και την πίεσε στα βελούδινα μαξιλάρια που είχαν διαλέξει μαζί. Ήταν πολύ δυνατότερός της. Κρατώντας την με το ενα χέρι, έβγαλε με το άλλο τη νάυλον κάλυμμα που έκρυβε κάτω από τη μπλούζα του και της το πέρασε στο κεφάλι. Της το έσφιγγε στο λαιμό μέχρι να σταματήσει να παλεύει. Δεν κράτησε πολύ. Ξεψύχησε στην αγκαλιά του.
Με άλλα σαν κι αυτό το νάυλον, που είχε γίνει σχεδόν ένα με το πρόσωπό της, ήταν γεμάτο το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου. Το ρετιρέ, που άνηκε στη μητέρα της, περίμενε το νέο ενοικιαστή, δεν έμεναν οι ίδιοι γιατί τα λεφτά του ενοικίου ήταν πολύ καλά. Ήταν άδειο. Τα κλειδιά τα είχε αυτός για να ανοίγει σε όσους έρχονταν να το δουν. Βγήκε στο διάδρομο μόνος του, πέντε όροφοι, τρία διαμερίσματα ανά όροφο, αρκετά άδεια. Κάλεσε το ασανσέρ και αφουγκράστηκε αν ο ήχος του προκάλεσε τον παραμικρό θόρυβο σε κάποιο από τα διαμερίσματα. Τίποτα. Την φόρτωσε στον ώμο του και χώθηκε στο ασανσέρ. Πέμπτος. Μες στο σκοτάδι του διαδρόμου η σκιά τους έμοιαζε με τον Κουασιμόδο, αυτός γυρτός και αυτή η καμπούρα του. Ξεκλείδωσε, μπήκε και την ακούμπησε στον τοίχο. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα σκυμμένος, ο φωτισμός από το δρόμο ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, τα φώτα στις απέναντι πολυκατοικίες ήταν σβηστά. Ανακάτεψε τα υπόλοιπα νάυλον σκεπάσματα που κάλυπταν τα έπιπλα του σπιτιού και αναποδογύρισε ό,τι βρισκόταν κοντά στην μπαλκονόπορτα. Την έσυρε και πέρασε την αρμαθιά με τα κλειδιά του στο χέρι της. Μένοντας σκυμμένος έσπρωξε το κορμί της στην κουπαστή μέχρι να γείρει και να πέσει μόνο του. Ο θόρυβος από την πτώση της ήταν ξεθωριασμένος, τον μπέρδευες κάλλιστα με γάτα που έφερνε βόλτες στους θάμνους. Μπουσούλησε πίσω στο διαμέρισμα. Άφησε τις πόρτες ανοιχτές. Κατέβηκε από τις σκάλες αφήνοντας το ασανσέρ στον πέμπτο, είχε μπλοκάρει τη δικιά του πόρτα με το χαλάκι, μπήκε μέσα και την έκλεισε πίσω του. Ανέπνευσε ανακουφισμένος. Ανακάτεψε το συρτάρι όπου έβαζε τα κλειδιά του. Έσβησε την τηλεόραση και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Τα παντζούρια ήταν κλειστά. Λίγα μέτρα πίσω τους, μέσα στους θάμνους, βρισκόταν το πτώμα της γυναίκας του. Τράβηξε τις κουρτίνες και έπεσε για ύπνο.

9 comments:

Γιώργος said...

Πολύ ενδιαφέρων χαρακτήρας,μείξη τραγικού και παρανοϊκού,ξεκινούσε σαν ήρωας του Tom Waits,για να καταλήξει Nick Cave.Εγώ πάντως θα χρειαστώ μια μπίρα.


Bukowski,Άνω Τούμπα

Theodosis said...

Bukowski,
Υποκλίνομαι.

Θαυμαστής,Κάτω Βόλτα

kalimenos said...

Bukowski,(αυτο)μαστιγώνομαι για την πάρτυ σου.

âlex said...

Bukowski, σ'αγαπώ.

Doppelganger said...

Bukowski, τελικα ηταν τρελη.

Λούνης said...

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

Το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης οργανώνει Εκδήλωση για να τιμήσει τον Ομότιμο Καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά για την ερευνητική, διδακτική και κοινωνική προσφορά του στην ελληνική παιδεία. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα Τελετών του παλαιού κτηρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου την Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009, ώρα 7.30 μ.μ.



ΑΠΟ ΤΟ Κ.Β.Ε. ΤΟΥ Α.Π.Θ.

Λούνης said...

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4511720&enthDate=11042009

Μαμαλάκης - Κούρτοβικ
1 - 0

Kafti Patata said...

Bukowski μάστωσε με κι άφησε με.

Τίτος said...

Λολεν.

Τι έγινε, η τρίτη νύχτα δεν ήρθε ποτέ?